ανακρίνω

[анакрино] р. расследовать, (νομ.) вести следствие, допрашивать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανακρίνω" в других словарях:

  • ανακρίνω — ανακρίνω, ανέκρινα (σπάν. ανάκρινα) βλ. πίν. 172 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἀνακρίνω — ἀνακρί̱νω , ἀνακρίνω examine closely aor subj act 1st sg ἀνακρί̱νω , ἀνακρίνω examine closely pres subj act 1st sg ἀνακρί̱νω , ἀνακρίνω examine closely pres ind act 1st sg ἀνακρί̱νω , ἀνακρίνω examine closely aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακρίνω — (Α ἀνακρίνω) (ως δικανικός όρος) εξετάζω κάποιον υποβάλλοντας του συνεχείς ερωτήσεις για να εξακριβώσω την αλήθεια αρχ. 1. εξετάζω, ερευνώ για την εύρεση τής αλήθειας 2. (ως πολιτικός όρος) α) εξετάζω άρχοντες για να διαπιστώσω την ικανότητα, την …   Dictionary of Greek

  • ἀνακρινῶ — ἀνακρῐνῶ , ἀνακρίνω examine closely aor subj pass 1st sg (attic epic doric) ἀνακρῐνῶ , ἀνακρίνω examine closely fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακρίνω — κρινα, κρίθηκα, κριμένος, με ερωτήσεις προσπαθώ να εξακριβώσω την αλήθεια: Ανακρίθηκε κοντά τρεις ώρες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνακεκριμένου — ἀνακρίνω examine closely perf part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρῖναι — ἀνακρίνω examine closely aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακέκριται — ἀνακρίνω examine closely perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακρίνῃ — ἀνακρί̱νῃ , ἀνακρίνω examine closely aor subj mid 2nd sg ἀνακρί̱νῃ , ἀνακρίνω examine closely aor subj act 3rd sg ἀνακρί̱νῃ , ἀνακρίνω examine closely pres subj mp 2nd sg ἀνακρί̱νῃ , ἀνακρίνω examine closely pres ind mp 2nd sg ἀνακρί̱νῃ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσανακρίνω — προσανακρί̱νω , πρόσ ἀνακρίνω examine closely aor subj act 1st sg προσανακρί̱νω , πρόσ ἀνακρίνω examine closely pres subj act 1st sg προσανακρί̱νω , πρόσ ἀνακρίνω examine closely pres ind act 1st sg προσανακρί̱νω , πρόσ ἀνακρίνω examine closely… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.